σακάτης

ο, θηλ. σακάτισσα, Ν
άτομο που παρουσιάζει σοβαρές ή και ανεπανόρθωτες σωματικές βλάβες, ανάπηρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. sakat].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σακάτης — ο θηλ. σακάτισσα (λ. τουρκ.), ανάπηρος, αυτός που δεν έχει σωματική αρτιότητα: Γεννήθηκε σακάτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σακάτης — [сакатис] ουσ. а. калека, увечный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Metapolitefsi — The Metapolitefsi (Greek: Μεταπολίτευση, translated as polity or regime change) was a period in Greek history after the fall of the Greek military junta of 1967–1974 that includes the transitional period from the fall of the dictatorship to the… …   Wikipedia

  • Greek Military Police — The Greek Military Police (Greek: Ελληνική Στρατιωτική Αστυνομία (ΕΣΑ), generally known in English by the acronym ESA ( Ellinikí Stratiotikí Astinomía ) was the main security (secret police) and intelligence organisation during the Greek military …   Wikipedia

  • ανάπηρος — η, ο (Α ἀνάπηρος, ον) 1. αυτός που δεν είναι αρτιμελής, ακρωτηριασμένος, σακάτης 2. ο ελλιπής, ο ανίκανος για κάτι νεοελλ. 1. αυτός που δεν έχει πνευματική ή ψυχική τελειότητα, αρτιότητα 2. ο ανίκανος για εργασία λόγω αναπηρίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανά …   Dictionary of Greek

  • απηρής — ἀπηρής, ές κ. ἄπηρος, ον (Α) αυτός που δεν έχει καμία σωματική ή πνευματική αναπηρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + πηρός «σακάτης»] …   Dictionary of Greek

  • δεξιόπηρος — δεξιόπηρος, ον (Α) τυφλός στο δεξί μάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < δεξιός + πηρός «ανάπηρος, σακάτης»] …   Dictionary of Greek

  • διονύσιος — I Ονομασία ενός μήνα σε πολλές αρχαίες ελληνικές πόλεις. Στη Λοκρίδα αντιστοιχούσε προς τον αττικό Ποσειδεώνα (Δεκέμβριο) και στην Αιτωλία προς τον Μουνυχιώνα (Απρίλιο). II Όνομα τυράννων των Συρακουσών. 1. Δ. Α’ ο πρεσβύτερος (432 – 367 π.Χ.).… …   Dictionary of Greek

  • μισερός — ή, ό 1. (για πρόσωπα) ανάπηρος, σωματικά ή διανοητικά, σακάτης 2. (για πράγματα) ατελής, κολοβός («μισερή δουλειά») 3. αυτός που προξενεί αναπηρία («ανάμεσα απ τη χώρα τη δαρμένη από το μισερό του ξεπεσμό σε είδανε», Παλαμ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μισός… …   Dictionary of Greek

  • πηρός — ά, όν, Α 1. αυτός που έχει ακρωτηριασμένο ένα μέλος τού σώματός του, ανάπηρος, σακάτης («πηρὸς ὁ μὲν γυίοις, ὁ δ ἄρ ὄμμασι», Ανθ. Παλ.) 2. συνεκδ. ο πνευματικά ανάπηρος, ο διανοητικά ελαττωματικός, κουτός («ἀμβλεῑς καὶ πηροὶ», Φίλ.) 3. (για… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.